Στα 350 ευρώ ο τόνος το σκληρό στη Φότζια έπειτα από νέα άνοδο, σπρώχνει το ελληνικό πάνω από τα 30 λεπτά

Για πέμπτη συνεχόμενη εβδομάδα η τιμή σκληρού σίτου στη Φότζια σημειώνει άνοδο, της τάξης των 20 ευρώ ο τόνος αυτήν τη φορά, με την πρώτη ποιότητα να διαπραγματεύεται πλέον στα 350 ευρώ, από τα 330 της προηγούμενης εβδομάδας.

Η ενίσχυση αυτή στην ιταλική αγορά έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με τις εξελίξεις στην εγχώρια, η οποία βρίσκεται επίσης σε ανοδικό κλίμα έπειτα από την συμφωνία της ΕΑΣ Ορεστιάδας την περασμένη εβδομάδα που ανέβασε την τιμή παραγωγού στα 29 λεπτά το κιλό. Ως γνωστόν, ο επικεφαλής της Ένωσης, Λάμπης Κουμπρίδης και οι συνεργάτες του δέχθηκαν προσφορά για 25.000 τόνους σκληρού σίτου από την εταιρεία Βουλγαράκης από τα Φάρσαλα στα 310 ευρώ ο τόνος. Στην ίδια συμφωνία υπάρχει προσφορά για 4.000 τόνους μαλακού σίτου στα 196 ευρώ ο τόνος.

Πλέον η ελληνική αγορά, στις μεμονωμένες πράξεις παραγωγών με εμπόρους έχει κατακτήσει τα 27 λεπτά το κιλό για την πρώτη ποιότητα που αφορά στα προβροχικά σιτάρια «σ3»µε ειδικό βάρος 79 kg/hl, υαλώδη 80% και πρωτεΐνη τουλάχιστον 12%. Βέβαια σιγά σιγά το εμπόριο αρχίζει και απορροφά χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα στις ποιότητες, κάτι που συνέβη τόσο στην συμφωνία της Ορεστιάδας όσο και σε αυτήν του Πλατυκάμπου και της Νίκαιας μια εβδομάδα νωρίτερα στα 285 ευρώ ο τόνος.

Αξίζει όμως να γίνει μια αναφορά στην πορεία των τιμών σκληρού σίτου στη Φότζια σε συνάρτηση με την εξέλιξη των τιμών παραγωγού στην Ελλάδα. Πριν ξεκινήσει ο αλωνισμός το γενικό αίσθημα στην Ελλάδα υπαγόρευε τιμές παραγωγού στα 25 λεπτά το κιλό, εξαιτίας των χαμηλών αποδόσεων και των ανεπαρκών ποσοτήτων πρώτης ποιότητας. Ωστόσο το εμπόριο, σύμφωνα με το τότε ρεπορτάζ της Agrenda απέφευγε την ανακοίνωση τιμών, αν και έδειχνε ήδη από τις αρχές του Ιουνίου αγωνία να εξασφαλίσει ποσότητες. Στις 21 Ιουνίου η Φότζια δίνει την πρώτη τιμή για τα σκληρά σιτάρια φετινής παραγωγής στα 310 ευρώ ο τόνος και η εγχώρια αγορά άρχισε να κινείται υποτονικά με τιμές στα 24 και 25 λεπτά το κιλό.

Υποτονικά γιατί είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα ένα επίπεδο τιμών πιο κοντά στα 28 λεπτά όπως έγραφε τότε η Agrenda, με τους παραγωγούς να επιλέγουν το δρόμο προς την αποθήκη. Τις επόμενες δύο εβδομάδες, μέχρι και τις 7 Ιουλίου, η Φότζια έγραψε τα 315 και 320 ευρώ ο τόνος και στο μεταξύ το εγχώριο εμπόριο πίεζε σε φιξαρίσματα στα 25 λεπτά το κιλό, με λίγους παραγωγούς ωστόσο να κλείνουν συμφωνίες. Κάπου εκεί προέκυψε και η συμφωνία του Πλατυκάμπου η οποία ξεκλείδωσε την ελληνική αγορά, εδραιώνοντας τα 27 λεπτά το κιλό.

Μετά από αυτό, οι παραγωγοί ήταν πλέον αποφασισμένοι να πουλήσουν αφού η αγορά γράψει τα 30 λεπτά έως ότου την περασμένη εβδομάδα η Φότζια ανήλθε στα 320 ευρώ ο τόνος και η ΕΑΣ Ορεστιάδας έκλεισε το γνωστό deal που πλήρωσε 29 λεπτά στο χέρι τους παραγωγούς. Πλέον με την Ιταλία να αγγίζει το επίπεδο των 35 λεπτών χωρίς να έχει ακόμα ολοκληρωθεί ο αλωνισμός φαίνεται πως δικαιώνονται οι Έλληνες μεσίτες για την αγωνία τους να σπεύσουν πριν από τρεις εβδομάδες ώστε να προσφέρουν κλειστή τιμή στα 25 λεπτά στους παραγωγούς, οι οποίοι ωστόσο ακόμα κρατάνε στην αποθήκη.

Μικρή παραγωγή και ακριβή μεταφορά σβήνουν τον Καναδά από την αγορά

Η συγκυρία στη γειτονική Ιταλία φαίνεται πάντως ότι ευνοεί µια περαιτέρω ενίσχυση των τιµών παραγωγού, στηριζόµενη σε δύο άξονες. Ο πρώτος λόγος έγκειται στο µέγεθος της παραγωγής, η οποία αν και αυξηµένη φέτος κατά περίπου 10% συγκριτικά µε τον αλωνισµό του 2020, υπολείπεται κατά 30% των βασικών αναγκών της βιοµηχανίας.

Από την άλλη, το κόστος µεταφοράς από µακρινούς προορισµούς, καθιστά σε ορισµένες περιπτώσεις απαγορευτική την εισαγωγή από τον Καναδά, πλέον που τα αποθέµατα της της χώρας έχουν περιοριστεί σηµαντικά και οι ενδείξεις της επερχόµενης παραγωγής έχουν τροφοδοτήσει ένα χρηµατιστηριακό ράλι των τιµών στα σιτηρά στη Βόρεια Αµερική. Ταυτόχρονα και η Απουλία, ο σιτοβολώνας της Ιταλίας, καταγράφει µείωση της παραγωγής, συγκριτικά µε πέρυσι.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το εµπόριο αντιδρά προσπαθώντας να φρενάρει κάπως τις εξελίξεις στην αγορά, µε τους µύλους εκεί να επικαλούνται µετριοπαθή ζήτηση και ανησυχίες σχετικά µε την εξέλιξη της πανδηµίας. Ταυτόχρονα το ρεπορτάζ από τη γειτονική χώρα κάνει λόγο για ξεφόρτωμα ακραία υποβαθμισμένου σίτου από τον Καναδά σε ποσότητα 150.000 τόνων, με την αγορά πάντως να μην κάμπτεται. Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη της παραγωγής στον Καναδά, ο οποίος διατηρεί προνοµιακή θέση στις διεθνείς αγορές σκληρού σίτου, τα τελευταία στοιχεία του αµερικανικού υπουργείου γεωργίας USDA κάνουν λόγο για τη µικρότερη παραγωγή των τελευταίων 33 ετών, µε τη πτώση να αγγίζει ακόµα και το 39% σε σχέση µε τον µέσο όρο 5ετίας, ενώ αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και τα ανοιξιάτικα σιτάρια στις ΗΠΑ.

ΠΗΓΗ: www.agronews.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.